μαχαιράδικο

μαχαιράδικο

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Смотреть что такое "μαχαιράδικο" в других словарях:

  • μαχαιράδικο — το εργαστήριο κατασκευής ή κατάστημα πώλησης μαχαιριών. [ΕΤΥΜΟΛ. < μαχαίρι + κατάλ. άδικο (πρβλ. σκυλ άδικο)] …   Dictionary of Greek

  • μαχαίρι — Κοπτικό εργαλείο με χειρολαβή και μεταλλική λεπίδα. Η κατασκευή των μ. ποικίλει, ωστόσο η λεπίδα τους κατασκευάζεται από σίδερο ή ατσάλι, ενώ η λαβή είτε από το ίδιο μέταλλο (όπως στα τραπεζομάχαιρα), οπότε αποτελεί ενιαίο κομμάτι με τη λεπίδα,… …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»